γεωδαίστης

γεω-δαίστης, ου, ,
A land-surveyor, Hero *Deff.138.3:—also [suff] γεω-δαίτης, Call.Oxy.ined. (= Fr.158), Iamb.Comm.Math.26.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεωδαίστην — γεωδαίστης land surveyor masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωδαίτης — ο (AM γεωδαίτης, Α και γεωδαίστης) αυτός που ασχολείται με τη γεωδαισία*. [ΕΤΥΜΟΛ. < γεω < γη + δαίτης < δαίομαι «διαιρώ, χωρίζω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.